επιθωράκιος

-α, -ο (AM ἐπιθωράκιος, -ον)
νεοελλ.
ναυτ.
1. αυτός που βρίσκεται πάνω στο θωράκιο
2. φρ. «επιθωράκιος φανός» — φανός που ανάβουν στο θωράκιο τής ακάτου όταν επιβαίνει στο σκάφος ανώτερος αξιωματικός, κν. φανάρι τής κόφας
μσν.-αρχ.
αυτός που φοριέται πάνω από τον θώρακα («ἐπιθωράκιος στολή», Νικ. Χων.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φανάρι — I Ιστορική συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εδρεύει από το 1603 το οικουμενικό πατριαρχείο. Βρίσκεται στη νότια παραλία του Κεράτιου κόλπου και ονομάστηκε έτσι από τον φάρο που υπήρχε στη βασιλική αποβάθρα. Τριγυριζόταν από τείχος, στα ΒΔ του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.